インスタ映ばえ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη φωτογενής για το Ίνσταγκραμ, να φαίνεται ελκυστικός στο Ίνσταγκραμ

Κλίση

Παρόν (απλό)
インスタ映えする
Παρόν (ευγενικό)
インスタ映えします
Άρνηση (απλή)
インスタ映えしない
Άρνηση (ευγενική)
インスタ映えしません
Παρελθόν (απλό)
インスタ映えした
Παρελθόν (ευγενικό)
インスタ映えしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
インスタ映えしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
インスタ映えしませんでした
Τε-μορφή
インスタ映えして
Δυνητική
インスタ映えできる
Προστακτική
インスタ映えしろ
Βουλητική
インスタ映えしよう
Υποθετική (ば)
インスタ映えすれば