インスト

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία ορχηστρικό
  2. 02 συντομογραφία οδηγίες, καθοδήγηση
  3. 03 συντομογραφία εγκατάσταση (ειδικότερα λογισμικού)

Κλίση

Παρόν (απλό)
インストする
Παρόν (ευγενικό)
インストします
Άρνηση (απλή)
インストしない
Άρνηση (ευγενική)
インストしません
Παρελθόν (απλό)
インストした
Παρελθόν (ευγενικό)
インストしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
インストしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
インストしませんでした
Τε-μορφή
インストして
Δυνητική
インストできる
Προστακτική
インストしろ
Βουλητική
インストしよう
Υποθετική (ば)
インストすれば