インスパイア

ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμπνέω
  2. 02 έμπνευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
インスパイアする
Παρόν (ευγενικό)
インスパイアします
Άρνηση (απλή)
インスパイアしない
Άρνηση (ευγενική)
インスパイアしません
Παρελθόν (απλό)
インスパイアした
Παρελθόν (ευγενικό)
インスパイアしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
インスパイアしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
インスパイアしませんでした
Τε-μορφή
インスパイアして
Δυνητική
インスパイアできる
Προστακτική
インスパイアしろ
Βουλητική
インスパイアしよう
Υποθετική (ば)
インスパイアすれば