インプット

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είσοδος, δεδομένα, πληροφορία

Κλίση

Παρόν (απλό)
インプットする
Παρόν (ευγενικό)
インプットします
Άρνηση (απλή)
インプットしない
Άρνηση (ευγενική)
インプットしません
Παρελθόν (απλό)
インプットした
Παρελθόν (ευγενικό)
インプットしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
インプットしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
インプットしませんでした
Τε-μορφή
インプットして
Δυνητική
インプットできる
Προστακτική
インプットしろ
Βουλητική
インプットしよう
Υποθετική (ば)
インプットすれば