エクスチェンジ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταλλαγή
  2. 02 συναλλαγματική ανταλλαγή, ανταλλακτήριο συναλλάγματος
  3. 03 συναλλαγματική ισοτιμία

Κλίση

Παρόν (απλό)
エクスチェンジする
Παρόν (ευγενικό)
エクスチェンジします
Άρνηση (απλή)
エクスチェンジしない
Άρνηση (ευγενική)
エクスチェンジしません
Παρελθόν (απλό)
エクスチェンジした
Παρελθόν (ευγενικό)
エクスチェンジしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
エクスチェンジしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
エクスチェンジしませんでした
Τε-μορφή
エクスチェンジして
Δυνητική
エクスチェンジできる
Προστακτική
エクスチェンジしろ
Βουλητική
エクスチェンジしよう
Υποθετική (ば)
エクスチェンジすれば