エゴサーチ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοαναζήτηση, αυτοερευνώ στο διαδίκτυο

Κλίση

Παρόν (απλό)
エゴサーチする
Παρόν (ευγενικό)
エゴサーチします
Άρνηση (απλή)
エゴサーチしない
Άρνηση (ευγενική)
エゴサーチしません
Παρελθόν (απλό)
エゴサーチした
Παρελθόν (ευγενικό)
エゴサーチしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
エゴサーチしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
エゴサーチしませんでした
Τε-μορφή
エゴサーチして
Δυνητική
エゴサーチできる
Προστακτική
エゴサーチしろ
Βουλητική
エゴサーチしよう
Υποθετική (ば)
エゴサーチすれば