エゴサ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αργκό συντομογραφία αυτοαναζήτηση, αναζήτηση του εαυτού κάποιου σε μηχανές αναζήτησης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- エゴサする
- Παρόν (ευγενικό)
- エゴサします
- Άρνηση (απλή)
- エゴサしない
- Άρνηση (ευγενική)
- エゴサしません
- Παρελθόν (απλό)
- エゴサした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- エゴサしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- エゴサしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- エゴサしませんでした
- Τε-μορφή
- エゴサして
- Δυνητική
- エゴサできる
- Προστακτική
- エゴサしろ
- Βουλητική
- エゴサしよう
- Υποθετική (ば)
- エゴサすれば
- Υποθετική (たら)
- エゴサしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- エゴサしたい
- Απαγορευτική (~な)
- エゴサするな
- Προστακτική (ευγενική)
- エゴサしなさい
- Παθητική
- エゴサされる
- Αιτιατική
- エゴサさせる