エスケープ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαφεύγω, αποδράω
  2. 02 παρωχημένο κοπάνα, σκασιαρχείο
  3. 03 πλήκτρο διαφυγής
  4. 04 διαφυγή, μηχανισμός διαφυγής (ωρολογοποιία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
エスケープする
Παρόν (ευγενικό)
エスケープします
Άρνηση (απλή)
エスケープしない
Άρνηση (ευγενική)
エスケープしません
Παρελθόν (απλό)
エスケープした
Παρελθόν (ευγενικό)
エスケープしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
エスケープしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
エスケープしませんでした
Τε-μορφή
エスケープして
Δυνητική
エスケープできる
Προστακτική
エスケープしろ
Βουλητική
エスケープしよう
Υποθετική (ば)
エスケープすれば