エネルギー
ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ενέργεια
- 02 ενέργεια, δύναμη, ισχύς, αντοχή, δραστηριότητα
- 03 συντομογραφία πηγή ενέργειας, ενεργειακός πόρος
- 04 ενεργειακή αξία τροφής, θερμίδες
Παραδείγματα
-
この機械は動くためにエネルギーが必要です。
Αυτή η μηχανή χρειάζεται ενέργεια για να λειτουργήσει.
-
朝食をしっかり食べると、一日を乗り切るためのエネルギーになります。
Ένα καλό πρωινό σου δίνει την ενέργεια που χρειάζεσαι για να βγάλεις τη μέρα.
-
再生可能エネルギーへの移行は、地球温暖化の対策として国際的な課題となっています。
Η μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι ένα διεθνές ζήτημα για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη.