エンジンを吹ふかす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μαρσάρω τη μηχανή, ανεβάζω στροφές στον κινητήρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
エンジンを吹かす
Παρόν (ευγενικό)
エンジンを吹かします
Άρνηση (απλή)
エンジンを吹かさない
Άρνηση (ευγενική)
エンジンを吹かしません
Παρελθόν (απλό)
エンジンを吹かした
Παρελθόν (ευγενικό)
エンジンを吹かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
エンジンを吹かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
エンジンを吹かしませんでした
Τε-μορφή
エンジンを吹かして
Δυνητική
エンジンを吹かせる
Προστακτική
エンジンを吹かせ
Βουλητική
エンジンを吹かそう
Υποθετική (ば)
エンジンを吹かせば