エントリー
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συμμετοχή (σε εκδήλωση, διαγωνισμό κ.λπ.), αίτηση συμμετοχής, εγγραφή για συμμετοχή
- 02 εγγραφή (σε ιστολόγιο, βάση δεδομένων κ.λπ.), ανάρτηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- エントリーする
- Παρόν (ευγενικό)
- エントリーします
- Άρνηση (απλή)
- エントリーしない
- Άρνηση (ευγενική)
- エントリーしません
- Παρελθόν (απλό)
- エントリーした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- エントリーしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- エントリーしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- エントリーしませんでした
- Τε-μορφή
- エントリーして
- Δυνητική
- エントリーできる
- Προστακτική
- エントリーしろ
- Βουλητική
- エントリーしよう
- Υποθετική (ば)
- エントリーすれば
- Υποθετική (たら)
- エントリーしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- エントリーしたい
- Απαγορευτική (~な)
- エントリーするな
- Προστακτική (ευγενική)
- エントリーしなさい
- Παθητική
- エントリーされる
- Αιτιατική
- エントリーさせる