オルグ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντομογραφία οργανωτής
  2. 02 οργάνωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
オルグする
Παρόν (ευγενικό)
オルグします
Άρνηση (απλή)
オルグしない
Άρνηση (ευγενική)
オルグしません
Παρελθόν (απλό)
オルグした
Παρελθόν (ευγενικό)
オルグしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
オルグしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
オルグしませんでした
Τε-μορφή
オルグして
Δυνητική
オルグできる
Προστακτική
オルグしろ
Βουλητική
オルグしよう
Υποθετική (ば)
オルグすれば