Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
オーダーメイド
オーダーメイド
オ
オーダーメイド
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
κατά παραγγελία (ειδικά για ρούχα), εξατομικευμένος, ραμμένος στα μέτρα κάποιου