オーバーラン
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπερβολική διαδρομή (σε βάση)
- 02 υπερβολική διαδρομή (π.χ. σε αεροδιάδρομο), υπέρβαση ορίου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- オーバーランする
- Παρόν (ευγενικό)
- オーバーランします
- Άρνηση (απλή)
- オーバーランしない
- Άρνηση (ευγενική)
- オーバーランしません
- Παρελθόν (απλό)
- オーバーランした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- オーバーランしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- オーバーランしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- オーバーランしませんでした
- Τε-μορφή
- オーバーランして
- Δυνητική
- オーバーランできる
- Προστακτική
- オーバーランしろ
- Βουλητική
- オーバーランしよう
- Υποθετική (ば)
- オーバーランすれば
- Υποθετική (たら)
- オーバーランしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- オーバーランしたい
- Απαγορευτική (~な)
- オーバーランするな
- Προστακτική (ευγενική)
- オーバーランしなさい
- Παθητική
- オーバーランされる
- Αιτιατική
- オーバーランさせる