Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
オール電化
オールでんか
オ
オール
電
でん
化
か
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
πλήρως ηλεκτρικός (π.χ. θέρμανση)