カスタム

άλλο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατά παραγγελία, εξατομικευμένος
  2. 02 εξατομίκευση
  3. 03 τελωνείο, τελωνειακός δασμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
カスタムする
Παρόν (ευγενικό)
カスタムします
Άρνηση (απλή)
カスタムしない
Άρνηση (ευγενική)
カスタムしません
Παρελθόν (απλό)
カスタムした
Παρελθόν (ευγενικό)
カスタムしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
カスタムしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
カスタムしませんでした
Τε-μορφή
カスタムして
Δυνητική
カスタムできる
Προστακτική
カスタムしろ
Βουλητική
カスタムしよう
Υποθετική (ば)
カスタムすれば