カタカタ
επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κροτάλισμα, ο ήχος που κάνει κάτι όταν χτυπά επανειλημμένα πάνω σε σκληρή επιφάνεια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- カタカタする
- Παρόν (ευγενικό)
- カタカタします
- Άρνηση (απλή)
- カタカタしない
- Άρνηση (ευγενική)
- カタカタしません
- Παρελθόν (απλό)
- カタカタした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- カタカタしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- カタカタしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- カタカタしませんでした
- Τε-μορφή
- カタカタして
- Δυνητική
- カタカタできる
- Προστακτική
- カタカタしろ
- Βουλητική
- カタカタしよう
- Υποθετική (ば)
- カタカタすれば
- Υποθετική (たら)
- カタカタしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- カタカタしたい
- Απαγορευτική (~な)
- カタカタするな
- Προστακτική (ευγενική)
- カタカタしなさい
- Παθητική
- カタカタされる
- Αιτιατική
- カタカタさせる