カチカチ
επίρρημα, ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τικ-τακ
- 02 ονοματοποιία κρότος, χτύπημα (π.χ. σφυριού σε βράχο), κλικ, κλακ, κροτάλισμα
- 03 ονοματοποιία ξερός και σκληρός, (παγωμένος) δύσκαμπτος
- 04 ονοματοποιία αδιάλλακτος, συντηρητικός, πεισματάρης, ισχυρογνώμων, φανατικός
- 05 ονοματοποιία τρομαγμένος μέχρι θανάτου, τεντωμένος, νευρικός, φοβισμένος