カチッと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με έναν ήχο κλικ, με έναν μεταλλικό ήχο, με ένα ξερό κλακ
- 02 ονοματοποιία σταθερά, σφιχτά, συμπαγώς, ακριβώς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- カチッとする
- Παρόν (ευγενικό)
- カチッとします
- Άρνηση (απλή)
- カチッとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- カチッとしません
- Παρελθόν (απλό)
- カチッとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- カチッとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- カチッとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- カチッとしませんでした
- Τε-μορφή
- カチッとして
- Δυνητική
- カチッとできる
- Προστακτική
- カチッとしろ
- Βουλητική
- カチッとしよう
- Υποθετική (ば)
- カチッとすれば
- Υποθετική (たら)
- カチッとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- カチッとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- カチッとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- カチッとしなさい
- Παθητική
- カチッとされる
- Αιτιατική
- カチッとさせる