カッと

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία φλογίζομαι, καίω έντονα, λάμπω ξαφνικά
  2. 02 ονοματοποιία οργίζομαι, χάνω την ψυχραιμία μου
  3. 03 ονοματοποιία ανοίγω ξαφνικά και διάπλατα (π.χ. μάτια, στόμα)
  4. 04 ονοματοποιία αρχαϊκό ενεργώ αποφασιστικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
カッとする
Παρόν (ευγενικό)
カッとします
Άρνηση (απλή)
カッとしない
Άρνηση (ευγενική)
カッとしません
Παρελθόν (απλό)
カッとした
Παρελθόν (ευγενικό)
カッとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
カッとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
カッとしませんでした
Τε-μορφή
カッとして
Δυνητική
カッとできる
Προστακτική
カッとしろ
Βουλητική
カッとしよう
Υποθετική (ば)
カッとすれば