カットオフ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διακοπή (π.χ. ήχου, ηλεκτρικού ρεύματος, παραγωγής), αποκοπή
  2. 02 αποκοπή (στο μπέιζμπολ)
  3. 03 κομμένο παντελόνι (τύπου τζιν κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
カットオフする
Παρόν (ευγενικό)
カットオフします
Άρνηση (απλή)
カットオフしない
Άρνηση (ευγενική)
カットオフしません
Παρελθόν (απλό)
カットオフした
Παρελθόν (ευγενικό)
カットオフしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
カットオフしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
カットオフしませんでした
Τε-μορφή
カットオフして
Δυνητική
カットオフできる
Προστακτική
カットオフしろ
Βουλητική
カットオフしよう
Υποθετική (ば)
カットオフすれば