カビ臭い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 μυρίζει μούχλα, μουχλιασμένος, σάπιος
- 02 παλιομοδίτικος, μπαγιάτικος, τετριμμένος, ξεπερασμένος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- カビ臭い
- Παρόν (ευγενικό)
- カビ臭いです
- Άρνηση (απλή)
- カビ臭くない
- Άρνηση (ευγενική)
- カビ臭くないです
- Παρελθόν (απλό)
- カビ臭かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- カビ臭かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- カビ臭くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- カビ臭くなかったです
- Τε-μορφή
- カビ臭くて
- Υποθετική (ば)
- カビ臭ければ
- Υποθετική (たら)
- カビ臭かったら