カミングアウト
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποκάλυψη (του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της έμφυλης ταυτότητας)
- 02 αποκάλυψη (π.χ. κάτι ντροπιαστικού), γνωστοποίηση, ανακοίνωση, ομολογία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- カミングアウトする
- Παρόν (ευγενικό)
- カミングアウトします
- Άρνηση (απλή)
- カミングアウトしない
- Άρνηση (ευγενική)
- カミングアウトしません
- Παρελθόν (απλό)
- カミングアウトした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- カミングアウトしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- カミングアウトしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- カミングアウトしませんでした
- Τε-μορφή
- カミングアウトして
- Δυνητική
- カミングアウトできる
- Προστακτική
- カミングアウトしろ
- Βουλητική
- カミングアウトしよう
- Υποθετική (ば)
- カミングアウトすれば
- Υποθετική (たら)
- カミングアウトしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- カミングアウトしたい
- Απαγορευτική (~な)
- カミングアウトするな
- Προστακτική (ευγενική)
- カミングアウトしなさい
- Παθητική
- カミングアウトされる
- Αιτιατική
- カミングアウトさせる