ガクガク

επίρρημα, επίθετο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τρέμω (από φόβο, κρύο κ.λπ.), σείω, κροταλίζω (για δόντια)
  2. 02 ονοματοποιία χαλαρώνω, τρεμοπαίζω