ガシる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλημμυρίζω από συναίσθημα, καταβάλλομαι από συγκίνηση, είμαι στα πρόθυρα των δακρύων

Κλίση

Παρόν (απλό)
ガシる
Παρόν (ευγενικό)
ガシります
Άρνηση (απλή)
ガシらない
Άρνηση (ευγενική)
ガシりません
Παρελθόν (απλό)
ガシった
Παρελθόν (ευγενικό)
ガシりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ガシらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ガシりませんでした
Τε-μορφή
ガシって
Δυνητική
ガシれる
Προστακτική
ガシれ
Βουλητική
ガシろう
Υποθετική (ば)
ガシれば