ガタガタ
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κροταλισμός, τριγμός
- 02 ονοματοποιία τρέμουλο, ρίγος, σεισμός, ταλάντευση, κούνημα
- 03 ονοματοποιία γκρίνια, παράπονο, μουρμούρα
- 04 ονοματοποιία τρεμάμενος, ασταθής, ταλαντευόμενος, ετοιμόρροπος, παρακμιακός, χαλασμένος
Παραδείγματα
-
古い机がガタガタする。
Το παλιό γραφείο τρίζει.
-
寒すぎて、体がガタガタと震えた。
Έτρεμα από το κρύο.
-
経済状況がガタガタになり、多くの企業が倒産の危機に瀕している。
Η οικονομική κατάσταση έχει γίνει χαοτική, με πολλές εταιρείες να βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ガタガタする
- Παρόν (ευγενικό)
- ガタガタします
- Άρνηση (απλή)
- ガタガタしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ガタガタしません
- Παρελθόν (απλό)
- ガタガタした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ガタガタしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ガタガタしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ガタガタしませんでした
- Τε-μορφή
- ガタガタして
- Δυνητική
- ガタガタできる
- Προστακτική
- ガタガタしろ
- Βουλητική
- ガタガタしよう
- Υποθετική (ば)
- ガタガタすれば
- Υποθετική (たら)
- ガタガタしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ガタガタしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ガタガタするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ガタガタしなさい
- Παθητική
- ガタガタされる
- Αιτιατική
- ガタガタさせる