ガタピシ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 με θόρυβο, με κροτάλισμα, με τρίξιμο, με τριγμό, με βουητό

Κλίση

Παρόν (απλό)
ガタピシする
Παρόν (ευγενικό)
ガタピシします
Άρνηση (απλή)
ガタピシしない
Άρνηση (ευγενική)
ガタピシしません
Παρελθόν (απλό)
ガタピシした
Παρελθόν (ευγενικό)
ガタピシしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ガタピシしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ガタピシしませんでした
Τε-μορφή
ガタピシして
Δυνητική
ガタピシできる
Προστακτική
ガタピシしろ
Βουλητική
ガタピシしよう
Υποθετική (ば)
ガタピシすれば