ガチる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό εργάζομαι σοβαρά, σοβαρεύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
ガチる
Παρόν (ευγενικό)
ガチります
Άρνηση (απλή)
ガチらない
Άρνηση (ευγενική)
ガチりません
Παρελθόν (απλό)
ガチった
Παρελθόν (ευγενικό)
ガチりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ガチらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ガチりませんでした
Τε-μορφή
ガチって
Δυνητική
ガチれる
Προστακτική
ガチれ
Βουλητική
ガチろう
Υποθετική (ば)
ガチれば