ガチガチ

επίρρημα, επίθετο, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία κροταλίζω (δόντια)
  2. 02 ονοματοποιία άκαμπτος (παγωμένος, ανήσυχος)
  3. 03 ονοματοποιία άκαμπτος (προσωπικότητα, σκέψη κ.λπ.), δύσκαμπτος, υπερβολικά σοβαρός
  4. 04 ονοματοποιία αχόρταγος (π.χ. εργασία, μελέτη), ασταμάτητος, χωρίς ανάπαυλα