ガツガツ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία πεινασμένα, λαίμαργα, αδηφάγα
- 02 ονοματοποιία άπληστα, φιλάργυρα, με ζήλο, με θέρμη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ガツガツする
- Παρόν (ευγενικό)
- ガツガツします
- Άρνηση (απλή)
- ガツガツしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ガツガツしません
- Παρελθόν (απλό)
- ガツガツした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ガツガツしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ガツガツしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ガツガツしませんでした
- Τε-μορφή
- ガツガツして
- Δυνητική
- ガツガツできる
- Προστακτική
- ガツガツしろ
- Βουλητική
- ガツガツしよう
- Υποθετική (ば)
- ガツガツすれば
- Υποθετική (たら)
- ガツガツしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ガツガツしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ガツガツするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ガツガツしなさい
- Παθητική
- ガツガツされる
- Αιτιατική
- ガツガツさせる