ガラガラ
επίρρημα, ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με κρότο, με θόρυβο
- 02 ονοματοποιία σχεδόν άδειος, κυρίως κενός, γυμνός, ακατοίκητος, ανεκμετάλλευτος
- 03 ονοματοποιία βραχνός (φωνή), τραχύς
- 04 ονοματοποιία με γαργάρα
- 05 ονοματοποιία τραχύς (προσωπικότητα, λόγος κ.λπ.), ασυγκράτητος, ειλικρινής, αγροίκος, κακομαθημένος
- 06 ονοματοποιία κουδουνίστρα (παιδικό παιχνίδι)
- 07 ονοματοποιία κληρωτίδα