ガンガン

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ηχηρά, με κρότο, με πάταγο, δυνατά
  2. 02 ονοματοποιία σφύζων, που πάλλεται (πονοκέφαλος), που χτυπάει έντονα
  3. 03 ονοματοποιία καθομιλουμένη πλήρως, σθεναρά, σκληρά (π.χ. εργασία), στο φουλ

Παραδείγματα

  • あたまガンガンする

    Το κεφάλι μου βουίζει.

  • かれ試験勉強しけんべんきょうガンガンやっている。

    Αυτός μελετάει πολύ σκληρά για τις εξετάσεις.

  • なつ炎天下えんてんかガンガン練習れんしゅうしすぎて、熱中症ねっちゅうしょうになった。

    Λόγω της υπερβολικής και έντονης προπόνησης κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο, έπαθα θερμοπληξία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ガンガンする
Παρόν (ευγενικό)
ガンガンします
Άρνηση (απλή)
ガンガンしない
Άρνηση (ευγενική)
ガンガンしません
Παρελθόν (απλό)
ガンガンした
Παρελθόν (ευγενικό)
ガンガンしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ガンガンしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ガンガンしませんでした
Τε-μορφή
ガンガンして
Δυνητική
ガンガンできる
Προστακτική
ガンガンしろ
Βουλητική
ガンガンしよう
Υποθετική (ば)
ガンガンすれば