キャスト

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διανομή (ταινίας, θεατρικού έργου, κ.λπ.), μέλος του καστ, ρόλος
  2. 02 ρίψη (πετονιάς)
  3. 03 μετάδοση (βίντεο, ήχου, κ.λπ.)
  4. 04 χυτοπρεσαριστός (τύπος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
キャストする
Παρόν (ευγενικό)
キャストします
Άρνηση (απλή)
キャストしない
Άρνηση (ευγενική)
キャストしません
Παρελθόν (απλό)
キャストした
Παρελθόν (ευγενικό)
キャストしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
キャストしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
キャストしませんでした
Τε-μορφή
キャストして
Δυνητική
キャストできる
Προστακτική
キャストしろ
Βουλητική
キャストしよう
Υποθετική (ば)
キャストすれば