キャリアアップ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επαγγελματική ανέλιξη, βελτίωση των επαγγελματικών προοπτικών

Κλίση

Παρόν (απλό)
キャリアアップする
Παρόν (ευγενικό)
キャリアアップします
Άρνηση (απλή)
キャリアアップしない
Άρνηση (ευγενική)
キャリアアップしません
Παρελθόν (απλό)
キャリアアップした
Παρελθόν (ευγενικό)
キャリアアップしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
キャリアアップしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
キャリアアップしませんでした
Τε-μορφή
キャリアアップして
Δυνητική
キャリアアップできる
Προστακτική
キャリアアップしろ
Βουλητική
キャリアアップしよう
Υποθετική (ば)
キャリアアップすれば