キャンプを張はる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στήνω κατασκήνωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
キャンプを張る
Παρόν (ευγενικό)
キャンプを張ります
Άρνηση (απλή)
キャンプを張らない
Άρνηση (ευγενική)
キャンプを張りません
Παρελθόν (απλό)
キャンプを張った
Παρελθόν (ευγενικό)
キャンプを張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
キャンプを張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
キャンプを張りませんでした
Τε-μορφή
キャンプを張って
Δυνητική
キャンプを張れる
Προστακτική
キャンプを張れ
Βουλητική
キャンプを張ろう
Υποθετική (ば)
キャンプを張れば