キョドる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό συμπεριφέρομαι ύποπτα, φέρομαι περίεργα

Κλίση

Παρόν (απλό)
キョドる
Παρόν (ευγενικό)
キョドります
Άρνηση (απλή)
キョドらない
Άρνηση (ευγενική)
キョドりません
Παρελθόν (απλό)
キョドった
Παρελθόν (ευγενικό)
キョドりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
キョドらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
キョドりませんでした
Τε-μορφή
キョドって
Δυνητική
キョドれる
Προστακτική
キョドれ
Βουλητική
キョドろう
Υποθετική (ば)
キョドれば