キラキラ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία λαμπερός, αστραφτερός, σπινθηροβόλος, τρεμοπαίζων

Παραδείγματα

  • ほしキラキラしています。

    Τα αστέρια λάμπουν.

  • 朝露あさつゆうえキラキラかがやいています。

    Η πρωινή δροσιά αστράφτει πάνω στα φύλλα.

  • 彼女かのじょにつけていた宝石ほうせきは、ひかり反射はんしゃしてキラキラうつくしくかがやいていました。

    Τα κοσμήματα που φορούσε αντανακλούσαν το φως και έλαμπαν όμορφα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
キラキラする
Παρόν (ευγενικό)
キラキラします
Άρνηση (απλή)
キラキラしない
Άρνηση (ευγενική)
キラキラしません
Παρελθόν (απλό)
キラキラした
Παρελθόν (ευγενικό)
キラキラしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
キラキラしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
キラキラしませんでした
Τε-μορφή
キラキラして
Δυνητική
キラキラできる
Προστακτική
キラキラしろ
Βουλητική
キラキラしよう
Υποθετική (ば)
キラキラすれば