キープ

ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες καταχωρήσεις: キープ , キープ

  1. 01 διατηρώ (π.χ. το προβάδισμα), διατηρώ (ένα επίπεδο, μια κατάσταση κ.λπ.)
  2. 02 κρατώ (για κάποιον), δεσμεύω (π.χ. μια θέση)
  3. 03 διατηρώ (την μπάλα, στο ποδόσφαιρο, το ράγκμπι κ.λπ.), διατηρώ την κατοχή
  4. 04 κρατώ το σερβίς (στο τένις)
  5. 05 καθομιλουμένη άτομο με το οποίο βγαίνω ενώ ελπίζω για κάποιον καλύτερο

Κλίση

Παρόν (απλό)
キープする
Παρόν (ευγενικό)
キープします
Άρνηση (απλή)
キープしない
Άρνηση (ευγενική)
キープしません
Παρελθόν (απλό)
キープした
Παρελθόν (ευγενικό)
キープしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
キープしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
キープしませんでした
Τε-μορφή
キープして
Δυνητική
キープできる
Προστακτική
キープしろ
Βουλητική
キープしよう
Υποθετική (ば)
キープすれば