ギスギス

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τεταμένος (για ατμόσφαιρα, συμπεριφορά κ.λπ.), ψυχρός, φιλικά απόμακρος, κοινωνικά απρόσιτος, νευρικός
  2. 02 ονοματοποιία αδύνατος και οστεώδης, σκελετωμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
ギスギスする
Παρόν (ευγενικό)
ギスギスします
Άρνηση (απλή)
ギスギスしない
Άρνηση (ευγενική)
ギスギスしません
Παρελθόν (απλό)
ギスギスした
Παρελθόν (ευγενικό)
ギスギスしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ギスギスしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ギスギスしませんでした
Τε-μορφή
ギスギスして
Δυνητική
ギスギスできる
Προστακτική
ギスギスしろ
Βουλητική
ギスギスしよう
Υποθετική (ば)
ギスギスすれば