ギチギチ

επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τριζόντας, με ήχο τριξίματος
  2. 02 ονοματοποιία ασφυκτικά γεμάτος, παραγεμισμένος, χωρίς καθόλου ελεύθερο χώρο

Κλίση

Παρόν (απλό)
ギチギチする
Παρόν (ευγενικό)
ギチギチします
Άρνηση (απλή)
ギチギチしない
Άρνηση (ευγενική)
ギチギチしません
Παρελθόν (απλό)
ギチギチした
Παρελθόν (ευγενικό)
ギチギチしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ギチギチしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ギチギチしませんでした
Τε-μορφή
ギチギチして
Δυνητική
ギチギチできる
Προστακτική
ギチギチしろ
Βουλητική
ギチギチしよう
Υποθετική (ば)
ギチギチすれば