ギプスを嵌める
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τοποθετώ γύψο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ギプスを嵌める
- Παρόν (ευγενικό)
- ギプスを嵌めます
- Άρνηση (απλή)
- ギプスを嵌めない
- Άρνηση (ευγενική)
- ギプスを嵌めません
- Παρελθόν (απλό)
- ギプスを嵌めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ギプスを嵌めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ギプスを嵌めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ギプスを嵌めませんでした
- Τε-μορφή
- ギプスを嵌めて
- Δυνητική
- ギプスを嵌められる
- Προστακτική
- ギプスを嵌めろ
- Βουλητική
- ギプスを嵌めよう
- Υποθετική (ば)
- ギプスを嵌めれば
- Υποθετική (たら)
- ギプスを嵌めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ギプスを嵌めたい
- Απαγορευτική (~な)
- ギプスを嵌めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- ギプスを嵌めなさい
- Παθητική
- ギプスを嵌められる
- Αιτιατική
- ギプスを嵌めさせる