ギラギラ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία εκτυφλωτικά, φανταχτερά, πυρακτωμένα

Κλίση

Παρόν (απλό)
ギラギラする
Παρόν (ευγενικό)
ギラギラします
Άρνηση (απλή)
ギラギラしない
Άρνηση (ευγενική)
ギラギラしません
Παρελθόν (απλό)
ギラギラした
Παρελθόν (ευγενικό)
ギラギラしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ギラギラしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ギラギラしませんでした
Τε-μορφή
ギラギラして
Δυνητική
ギラギラできる
Προστακτική
ギラギラしろ
Βουλητική
ギラギラしよう
Υποθετική (ば)
ギラギラすれば