ギリセーフ

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη συντομογραφία οριακά ασφαλής (π.χ. οριακά αποφεύγοντας να καθυστερήσεις, να αποτύχεις σε μια εξέταση, κ.λπ.), μόλις και μετά βίας αποδεκτός, οριακά εντάξει