ギンッ

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία διεισδυτικά, έντονα (για βλέμμα, καρφωμένο βλέμμα κ.λπ.), διαπεραστικά, τσουχτερά
  2. 02 ονοματοποιία μεταλλικός ήχος σύγκρουσης (σπαθιών κ.λπ.)