クラクラ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ζαλισμένα, ίλιγγος, στροβιλίζομαι
  2. 02 ονοματοποιία βράζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
クラクラする
Παρόν (ευγενικό)
クラクラします
Άρνηση (απλή)
クラクラしない
Άρνηση (ευγενική)
クラクラしません
Παρελθόν (απλό)
クラクラした
Παρελθόν (ευγενικό)
クラクラしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
クラクラしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
クラクラしませんでした
Τε-μορφή
クラクラして
Δυνητική
クラクラできる
Προστακτική
クラクラしろ
Βουλητική
クラクラしよう
Υποθετική (ば)
クラクラすれば