クリア
επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθαρός, διαφανής
- 02 υπερπηδώ (π.χ. πήχη στο άλμα εις ύψος, εμπόδιο)
- 03 ξεπερνώ, περνώ, καταφέρνω, ολοκληρώνω, λύνω, διευθετώ, εκπληρώνω (π.χ. ένα πρότυπο)
- 04 διώχνω την μπάλα (στο ποδόσφαιρο)
- 05 αφαιρώ την επιλογή (π.χ. από ένα πλαίσιο ελέγχου)
- 06 ολοκληρώνω (ένα παιχνίδι, ένα επίπεδο κ.λπ.), νικώ, κερδίζω, τελειώνω
Παραδείγματα
-
このゲームをクリアしました。
Τελείωσα αυτό το παιχνίδι.
-
今回の課題をクリアするのは少し難しかったです。
Ήταν λίγο δύσκολο να ολοκληρώσω αυτήν την αποστολή.
-
厳しい条件をクリアし、最終的に計画を成功させました。
Αφού εκπληρώσαμε τις αυστηρές προϋποθέσεις, τελικά καταφέραμε να πετύχουμε το σχέδιο.