クレジット
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πίστωση
- 02 πώληση με πίστωση, πώληση με δόσεις (μηνιαίες)
- 03 συντομογραφία πιστωτική κάρτα
- 04 συντομογραφία τίτλοι τέλους (ταινίας, τηλεοπτικής εκπομπής κ.λπ.), συντελεστές
- 05 αναγνώριση (δημιουργού, κατόχου πνευματικών δικαιωμάτων κ.λπ.), πίστωση
- 06 δικαίωμα εκπομπής, δικαίωμα εκπομπής άνθρακα
- 07 μάρκα πίστωσης (π.χ. για κουλοχέρη), πίστωση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- クレジットする
- Παρόν (ευγενικό)
- クレジットします
- Άρνηση (απλή)
- クレジットしない
- Άρνηση (ευγενική)
- クレジットしません
- Παρελθόν (απλό)
- クレジットした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- クレジットしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- クレジットしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- クレジットしませんでした
- Τε-μορφή
- クレジットして
- Δυνητική
- クレジットできる
- Προστακτική
- クレジットしろ
- Βουλητική
- クレジットしよう
- Υποθετική (ば)
- クレジットすれば
- Υποθετική (たら)
- クレジットしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- クレジットしたい
- Απαγορευτική (~な)
- クレジットするな
- Προστακτική (ευγενική)
- クレジットしなさい
- Παθητική
- クレジットされる
- Αιτιατική
- クレジットさせる