クローズアップ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοντινό πλάνο
  2. 02 επικέντρωση προσοχής, ανάδειξη, ενδελεχής εξέταση, επισήμανση

Κλίση

Παρόν (απλό)
クローズアップする
Παρόν (ευγενικό)
クローズアップします
Άρνηση (απλή)
クローズアップしない
Άρνηση (ευγενική)
クローズアップしません
Παρελθόν (απλό)
クローズアップした
Παρελθόν (ευγενικό)
クローズアップしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
クローズアップしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
クローズアップしませんでした
Τε-μορφή
クローズアップして
Δυνητική
クローズアップできる
Προστακτική
クローズアップしろ
Βουλητική
クローズアップしよう
Υποθετική (ば)
クローズアップすれば