クールぶる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη υποκρίνομαι τον ψύχραιμο, προσποιούμαι τον άνετο

Κλίση

Παρόν (απλό)
クールぶる
Παρόν (ευγενικό)
クールぶります
Άρνηση (απλή)
クールぶらない
Άρνηση (ευγενική)
クールぶりません
Παρελθόν (απλό)
クールぶった
Παρελθόν (ευγενικό)
クールぶりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
クールぶらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
クールぶりませんでした
Τε-μορφή
クールぶって
Δυνητική
クールぶれる
Προστακτική
クールぶれ
Βουλητική
クールぶろう
Υποθετική (ば)
クールぶれば