ググる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη γκουγκλάρω, ψάχνω στο διαδίκτυο (για)

Κλίση

Παρόν (απλό)
ググる
Παρόν (ευγενικό)
ググります
Άρνηση (απλή)
ググらない
Άρνηση (ευγενική)
ググりません
Παρελθόν (απλό)
ググった
Παρελθόν (ευγενικό)
ググりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ググらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ググりませんでした
Τε-μορφή
ググって
Δυνητική
ググれる
Προστακτική
ググれ
Βουλητική
ググろう
Υποθετική (ば)
ググれば